Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arcaico
01
αρχαϊκός
muy antiguo o propio de épocas pasadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más arcaico
συγκριτικός βαθμός
más arcaico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
arcaico
αρσενικό πληθυντικό
arcaicos
θηλυκό ενικό
arcaica
θηλυκό πληθυντικό
arcaicas
Παραδείγματα
Estudiaron civilizaciones arcaicas del Mediterráneo.
Μελέτησαν αρχαϊκούς πολιτισμούς της Μεσογείου.



























