Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aprovechado
01
καιροσκόπος
persona que se beneficia de situaciones o de los demás de forma interesada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aprovechados
Παραδείγματα
Es un aprovechado que nunca pierde una oportunidad.
Είναι ένας καιροσκόπος που ποτέ δεν χάνει ευκαιρία.
aprovechado
01
επιμελής, εφαρμόσιμος
que aprovecha bien las oportunidades para aprender o mejorar
Παραδείγματα
Es un alumno muy aprovechado.
Είναι ένας πολύ επιμελής μαθητής.
02
επιτήδειος
que sabe sacar provecho de las situaciones de forma inteligente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas aprovechado
συγκριτικός βαθμός
mas aprovechado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aprovechado
αρσενικό πληθυντικό
aprovechados
θηλυκό ενικό
aprovechada
θηλυκό πληθυντικό
aprovechadas
Παραδείγματα
Es un estudiante muy aprovechado.
Είναι ένας πολύ επινοητικός φοιτητής.



























