Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apropiar
01
προσαρμόζω, προσαρμόζω
hacer que algo sea adecuado o apropiado para una situación o propósito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apropio
γ΄ ενικό πρόσωπο
apropia
ενεστώτα μετοχή
apropiando
απλός αόριστος
apropió
παθητική μετοχή
apropiado
Παραδείγματα
Para tener éxito, debes apropriar tus habilidades a lo que el empleador busca.
Για να επιτύχετε, πρέπει να προσαρμόσετε τις δεξιότητές σας σε αυτό που αναζητά ο εργοδότης.
02
καταχρώμαι, καταλαμβάνω
tomar algo para uno mismo, especialmente de manera ilegítima o sin permiso
Παραδείγματα
El museo se apropió de varias obras de arte durante la ocupación.
Το μουσείο καταχώρισε πολλά έργα τέχνης κατά τη διάρκεια της κατοχής.



























