Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apropiar
01
προσαρμόζω, προσαρμόζω
hacer que algo sea adecuado o apropiado para una situación o propósito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apropio
γ΄ ενικό πρόσωπο
apropia
ενεστώτα μετοχή
apropiando
απλός αόριστος
apropió
παθητική μετοχή
apropiado
Παραδείγματα
El profesor apropió los ejercicios al nivel de los estudiantes nuevos.
Ο δάσκαλος προσάρμοσε τις ασκήσεις στο επίπεδο των νέων μαθητών.
02
καταχρώμαι, καταλαμβάνω
tomar algo para uno mismo, especialmente de manera ilegítima o sin permiso
Παραδείγματα
El oficial corrupto se apropió de los fondos destinados a la ayuda humanitaria.
Ο διεφθαρμένος αξιωματούχος καταχώρισε τα κεφάλαια που προορίζονταν για ανθρωπιστική βοήθεια.



























