Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apreciado
01
πολύτιμος, εκτιμημένος
que es muy deseado o valorado por alguien
Παραδείγματα
Es un puesto muy apreciado en la empresa.
Είναι μια πολύ εκτιμώμενη θέση στην εταιρεία.
02
εκτιμώμενος, σεβαστός
que es muy estimado o respetado por otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas apreciado
συγκριτικός βαθμός
mas apreciado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apreciado
αρσενικό πληθυντικό
apreciados
θηλυκό ενικό
apreciada
θηλυκό πληθυντικό
apreciadas
Παραδείγματα
Es un médico muy apreciado en su comunidad.
Είναι ένας πολύ εκτιμημένος γιατρός στην κοινότητά του.



























