apatía
a
a
a
pat
ˈpati
pati
ía
a
a
ironíautopíaaporíaavería

Ορισμός και σημασία του "apatía"στα ισπανικά

01

απάθεια

falta de interés, entusiasmo o motivación 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
A veces la apatía puede esconder tristeza. 

Μερικές φορές απάθεια μπορεί να κρύβει λύπη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store