Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aparición
01
εμφάνιση
acto de aparecer o manifestarse algo o alguien, especialmente de forma repentina o sorprendente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
apariciones
Παραδείγματα
Su aparición en televisión causó gran impacto.
Η εμφάνισή του στην τηλεόραση προκάλεσε μεγάλο αντίκτυπο.
02
δημοσίευση, εμφάνιση
publicación o aparición de una obra, artículo o contenido en un medio
Παραδείγματα
Celebraron la aparición del nuevo número de la revista.
Γιόρτασαν την εμφάνιση του νέου τεύχους του περιοδικού.
03
φάντασμα,εμφάνιση, روح
manifestación visible de un espíritu o ser sobrenatural
Παραδείγματα
La aparición se manifestó en el pasillo oscuro.
Η εμφάνιση εκδηλώθηκε στον σκοτεινό διάδρομο.



























