Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aparición
01
εμφάνιση
acto de aparecer o manifestarse algo o alguien, especialmente de forma repentina o sorprendente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
apariciones
Παραδείγματα
La aparición del actor sorprendió al público.
Η εμφάνιση του ηθοποιού εξέπληξε το κοινό.
02
δημοσίευση, εμφάνιση
publicación o aparición de una obra, artículo o contenido en un medio
Παραδείγματα
La aparición del libro fue muy esperada.
Η εμφάνιση του βιβλίου ήταν πολύ αναμενόμενη.
03
φάντασμα,εμφάνιση, روح
manifestación visible de un espíritu o ser sobrenatural
Παραδείγματα
Se dice que la aparición de un fantasma recorre el castillo.
Λέγεται ότι η εμφάνιση ενός φαντάσματος στοιχειώνει το κάστρο.



























