Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anunciante
01
διαφημιστής, αγγελιοδότης
una persona o empresa que paga para promocionar un producto, servicio o mensaje
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
anunciantes
Παραδείγματα
El creador de contenido es muy selectivo con los anunciantes con los que colabora.
Ο δημιουργός περιεχομένου είναι πολύ επιλεκτικός με τους διαφημιστές με τους οποίους συνεργάζεται.
anunciante
01
διαφημιστικός
que se dedica a la publicidad o está relacionado con ella
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anunciante
αρσενικό πληθυντικό
anunciantes
θηλυκό ενικό
anunciante
θηλυκό πληθυντικό
anunciantes
Παραδείγματα
El impacto de la estrategia anunciante se medirá en el próximo trimestre.
Η επίδραση της στρατηγικής του διαφημιστή θα μετρηθεί στο επόμενο τρίμηνο.



























