Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anunciante
01
διαφημιστής, αγγελιοδότης
una persona o empresa que paga para promocionar un producto, servicio o mensaje
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
anunciantes
Παραδείγματα
Los grandes anunciantes invierten millones en campañas durante el Super Bowl.
Οι μεγάλοι διαφημιστές επενδύουν εκατομμύρια σε καμπάνιες κατά τη διάρκεια του Super Bowl.
anunciante
01
διαφημιστικός
que se dedica a la publicidad o está relacionado con ella
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anunciante
αρσενικό πληθυντικό
anunciantes
θηλυκό ενικό
anunciante
θηλυκό πληθυντικό
anunciantes
Παραδείγματα
Trabaja en una gran empresa anunciante del sector tecnológico.
Δουλεύει σε μια μεγάλη εταιρεία διαφήμισης στον τομέα της τεχνολογίας.



























