Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Antepasado
01
πρόγονος
persona de la que desciende otra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antepasados
Παραδείγματα
Ese apellido viene de un antepasado común.
Αυτό το επώνυμο προέρχεται από έναν κοινό πρόγονο.
antepasado
01
προηγούμενος
anterior en el tiempo o en una secuencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antepasado
αρσενικό πληθυντικό
antepasados
θηλυκό ενικό
antepasada
θηλυκό πληθυντικό
antepasadas
Παραδείγματα
Comparó los datos con el informe antepasado.
Σύγκρινε τα δεδομένα με την προηγούμενη αναφορά.



























