Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anotación
01
σχολιασμός, περιθωριακή σημείωση
una nota o comentario escrito en el margen de un libro o documento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
anotaciones
Παραδείγματα
Prefiere libros sin anotaciones de otros lectores.
Προτιμά βιβλία χωρίς σημειώσεις από άλλους αναγνώστες.
02
σημείωση
una nota breve escrita para recordar algo
Παραδείγματα
Guarda todas sus anotaciones en una carpeta.
Φυλάει όλες τις σημειώσεις της σε ένα φάκελο.
03
καταχώριση, εγγραφή
un registro o entrada en una lista, base de datos o libro de contabilidad
Παραδείγματα
Una anotación en el calendario marca su fecha de nacimiento.
Μια σημείωση στο ημερολόγιο σηματοδοτεί την ημερομηνία γέννησής του.



























