Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anchura
01
πλάτος
medida de la distancia de un lado a otro de algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
anchuras
Παραδείγματα
La anchura del camino dificulta el paso.
Το πλάτος του μονοπατιού δυσκολεύει τη διέλευση.
02
πάχος, πλάτος
medida del grosor o distancia entre dos superficies de un objeto
Παραδείγματα
La anchura de la capa de pintura es uniforme.
Το πλάτος της στρώσης βαφής είναι ομοιόμορφο.
03
αναίδεια, θράσος
falta de respeto o descaro en el comportamiento o en las palabras
Παραδείγματα
La anchura de su respuesta fue evidente.
Η αναίδεια της απάντησής της ήταν προφανής.



























