Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anarquista
01
αναρχικός, αναρχιστικός
relativo al anarquismo o que se opone a la autoridad y al estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anarquista
αρσενικό πληθυντικό
anarquistas
θηλυκό ενικό
anarquista
θηλυκό πληθυντικό
anarquistas
Παραδείγματα
El movimiento tiene una ideología anarquista.
Το κίνημα έχει μια αναρχική ιδεολογία.
El anarquista
01
αναρχικός
una persona que defiende o sigue la ideología anarquista, oponiéndose al estado y a toda autoridad coercitiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
anarquistas
Παραδείγματα
El anarquista protestó contra el gobierno.
Ο αναρχικός διαδήλωσε κατά της κυβέρνησης.



























