Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
analfabeto
01
αναλφάβητος, αγράμματος
que no sabe leer ni escribir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más analfabeto
συγκριτικός βαθμός
más analfabeto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
analfabeto
αρσενικό πληθυντικό
analfabetos
θηλυκό ενικό
analfabeta
θηλυκό πληθυντικό
analfabetas
Παραδείγματα
Sigue siendo analfabeto a pesar de su edad.
Παραμένει αναλφάβητος παρά την ηλικία του.
Analfabeto
01
αναλφάβητος
persona que no sabe leer ni escribir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
analfabetos
Παραδείγματα
El número de analfabetos ha disminuido con el tiempo.
Ο αριθμός των αναλφάβητων έχει μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.



























