analfabeto
a
a
α
nal
nal
ναλ
fa
ˈfa
φα
be
βe
βε
to
to
το

Ορισμός και σημασία του "analfabeto"στα ισπανικά

analfabeto
01

αναλφάβητος, αγράμματος

que no sabe leer ni escribir 
analfabeto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más analfabeto
συγκριτικός βαθμός
más analfabeto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
analfabeto
αρσενικό πληθυντικό
analfabetos
θηλυκό ενικό
analfabeta
θηλυκό πληθυντικό
analfabetas
θεματικό πεδίο
educación, alfabetización
Παραδείγματα
Muchos adultos analfabetos buscan educación básica. 

Πολλοί αναλφάβητοι ενήλικες αναζητούν βασική εκπαίδευση.

01

αναλφάβητος

persona que no sabe leer ni escribir 
analfabeto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
analfabetos
αρσενικό ενικό
analfabeto
θηλυκό ενικό
analfabeta
Παραδείγματα
El programa ayuda a los analfabetos de la región. 

Το πρόγραμμα βοηθά τους αναλφάβητους της περιοχής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store