Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amnesia
01
αμνησία
la pérdida total o parcial de la memoria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El golpe en la cabeza le causó una amnesia temporal.
Το χτύπημα στο κεφάλι του προκάλεσε προσωρινή αμνησία.



























