Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amenazar
01
απειλώ
decir o mostrar intención de hacer daño o causar peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amenazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amenaza
ενεστώτα μετοχή
amenazando
απλός αόριστος
amenazó
παθητική μετοχή
amenazado
Παραδείγματα
El hombre amenazó con llamar a la policía.
Ο άντρας απείλησε να καλέσει την αστυνομία.
02
απειλώ
indicar que algo malo o importante está a punto de suceder
Παραδείγματα
Las nubes oscuras amenazan con lluvia.
Τα σκοτεινά σύννεφα απειλούν με βροχή.



























