Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amenazar
01
απειλώ
decir o mostrar intención de hacer daño o causar peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amenazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amenaza
ενεστώτα μετοχή
amenazando
απλός αόριστος
amenazó
παθητική μετοχή
amenazado
Παραδείγματα
El animal amenazó con atacar si nos acercábamos.
Το ζώο απείλησε να επιτεθεί αν πλησιάσαμε.
02
απειλώ
indicar que algo malo o importante está a punto de suceder
Παραδείγματα
La falta de agua amenaza con afectar a toda la población.
Η έλλειψη νερού απειλεί να επηρεάσει ολόκληρο τον πληθυσμό.



























