Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambiente
[gender: masculine]
01
περιβάλλον, ατμόσφαιρα
espacio o contexto físico en el que se encuentra algo o alguien
Παραδείγματα
El ambiente de trabajo influye en la productividad.
Το περιβάλλον εργασίας επηρεάζει την παραγωγικότητα.
02
αέρας, ατμόσφαιρα
condición o calidad del aire que se respira
Παραδείγματα
Respirar un ambiente contaminado puede ser peligroso.
Η αναπνοή ενός μολυσμένου περιβάλλοντος μπορεί να είναι επικίνδυνη.
03
κοινωνικό περιβάλλον, κοινωνικό πλαίσιο
conjunto de personas y condiciones en un lugar social
Παραδείγματα
El ambiente de la reunión fue cordial y tranquilo.
Η ατμόσφαιρα της συνάντησης ήταν φιλική και ήρεμη.



























