Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambiente
01
περιβάλλον, ατμόσφαιρα
espacio o contexto físico en el que se encuentra algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ambientes
Παραδείγματα
El ambiente de la oficina es muy agradable.
Η ατμόσφαιρα του γραφείου είναι πολύ ευχάριστη.
02
αέρας, ατμόσφαιρα
condición o calidad del aire que se respira
Παραδείγματα
El ambiente está cargado de humo.
Η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη καπνό.
03
κοινωνικό περιβάλλον, κοινωνικό πλαίσιο
conjunto de personas y condiciones en un lugar social
Παραδείγματα
Me gusta el ambiente de esa cafetería.
Μου αρέσει η ατμόσφαιρα εκείνου του καφενείου.



























