alumbramiento
alumbramiento

Ορισμός και σημασία του "alumbramiento"στα ισπανικά

01

φωτισμός, φωταγώγηση

acción de iluminar un lugar o espacio 
alumbramiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alumbramientos
Παραδείγματα
El alumbramiento de la plaza es espectacular. 

Ο φωτισμός της πλατείας είναι θεαματικός.

02

φωτισμός, φωτιστικό

dispositivo que emite luz 
alumbramiento definition and meaning
Παραδείγματα
Colocaron un alumbramiento en la esquina. 

Τοποθέτησαν ένα φωτισμό στη γωνία.

03

τοκετός

acto de dar a luz a un bebé 
Παραδείγματα
El alumbramiento fue rápido y sin complicaciones. 

Ο τοκετός ήταν γρήγορος και χωρίς επιπλοκές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store