Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alumbrado
01
φωτισμός
sistema o conjunto de luces que ilumina un espacio público o privado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El alumbrado de la calle es eficiente.
Ο φωτισμός του δρόμου είναι αποδοτικός.



























