Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alterado
01
αλλαγμένος, παραποιημένος
modificado o cambiado respecto a su estado original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alterado
συγκριτικός βαθμός
más alterado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alterado
αρσενικό πληθυντικό
alterados
θηλυκό ενικό
alterada
θηλυκό πληθυντικό
alteradas
Παραδείγματα
El documento estaba alterado con nuevas anotaciones.
Το έγγραφο ήταν αλλοιωμένο με νέες σημειώσεις.
02
ταραγμένος, νευρικός
emocionalmente agitado, nervioso o inquieto
Παραδείγματα
Estaba muy alterado después de la discusión.
Ήταν πολύ alterado μετά τη συζήτηση.



























