alterado

Ορισμός και σημασία του "alterado"στα ισπανικά

01

αλλαγμένος, παραποιημένος

modificado o cambiado respecto a su estado original
Παραδείγματα
El color de la pintura se había alterado con el tiempo.
Το χρώμα της μπογιάς είχε αλλοιωθεί με το χρόνο.
02

ταραγμένος, νευρικός

emocionalmente agitado, nervioso o inquieto
Παραδείγματα
Se veía alterado por la situación estresante en el trabajo.
Φαινόταν ταραγμένος λόγω της αγχωτικής κατάστασης στη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store