alterado
al
al
al
te
te
te
ra
ˈɾa
ra
do
ðo
dho
altercado

Ορισμός και σημασία του "alterado"στα ισπανικά

01

αλλαγμένος, παραποιημένος

modificado o cambiado respecto a su estado original 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alterado
συγκριτικός βαθμός
más alterado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alterado
αρσενικό πληθυντικό
alterados
θηλυκό ενικό
alterada
θηλυκό πληθυντικό
alteradas
Παραδείγματα
El documento estaba alterado con nuevas anotaciones. 

Το έγγραφο ήταν αλλοιωμένο με νέες σημειώσεις.

02

ταραγμένος, νευρικός

emocionalmente agitado, nervioso o inquieto 
Παραδείγματα
Estaba muy alterado después de la discusión. 

Ήταν πολύ alterado μετά τη συζήτηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store