Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alero
01
στεγαστήρα, προεξοχή στέγης
el borde inferior del tejado que sobresale de la pared de un edificio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aleros
Παραδείγματα
El agua de la lluvia caía desde el alero del techo.
Το νερό της βροχής έπεφτε από το γείσο της στέγης.
02
μικρός επιθετικός, σμολ φόργουορντ
una posición en baloncesto para un jugador versátil que juega entre el base/escolta y el ala-pívot
Παραδείγματα
La alera es la jugadora más versátil del equipo, capaz de jugar dentro y fuera.
Ο μικρός επιθετικός είναι ο πιο ευέλικτος παίκτης της ομάδας, ικανός να παίζει μέσα και έξω.



























