alcaldesa
al
al
al
cal
kal
kal
de
ˈde
de
sa
sa
sa
frambuesacompresaprincesaturquesa

Ορισμός και σημασία του "alcaldesa"στα ισπανικά

01

δημάρχισσα

mujer que ocupa el cargo de alcalde en una ciudad o municipio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
alcaldesas
αρσενικό ενικό
alcalde
θηλυκό ενικό
alcaldesa
neutral form
alcaldía
Παραδείγματα
La alcaldesa inauguró el nuevo parque. 

Η δήμαρχος εγκαινίασε το νέο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store