Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alborotador
01
θορυβώδης, ταραχώδης
que causa o provoca ruido, desorden o agitación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alborotador
συγκριτικός βαθμός
más alborotador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alborotador
αρσενικό πληθυντικό
alborotadores
θηλυκό ενικό
alborotadora
θηλυκό πληθυντικό
alborotadoras
Παραδείγματα
Es una calle muy alborotadora por el tráfico constante.
Είναι ένας πολύ θορυβώδης δρόμος λόγω της συνεχούς κυκλοφορίας.
Alborotador
01
ταραχοποιός, προβληματικός
una persona que causa problemas, desorden o disturbios intencionalmente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alborotadores
Παραδείγματα
El líder del grupo era un alborotador profesional con antecedentes.
Ο αρχηγός της ομάδας ήταν ένας επαγγελματίας ταραξίας με ποινικό μητρώο.



























