Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ahumado
01
καπνιστός, καπνιστός
que tiene sabor o olor producido por el humo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ahumado
συγκριτικός βαθμός
más ahumado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ahumado
αρσενικό πληθυντικό
ahumados
θηλυκό ενικό
ahumada
θηλυκό πληθυντικό
ahumadas
Παραδείγματα
Prepararon carne ahumada en el asador.
Προετοίμασαν καπνιστό κρέας στη σχάρα.
02
καπνιστός, καπνώδης
que tiene un color gris oscuro o parecido al humo
Παραδείγματα
Me gustan los colores ahumados.
Μου αρέσουν τα καπνιστά χρώματα.
Ahumado
01
καπνιστό
acción de conservar o dar sabor a un alimento con humo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El ahumado es común en la cocina tradicional.
Το καπνιστό είναι κοινό στην παραδοσιακή μαγειρική.



























