Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ahorcar
01
κρεμώ
dar muerte a una persona suspendiéndola de una soga atada al cuello
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ahorco
γ΄ ενικό πρόσωπο
ahorca
ενεστώτα μετοχή
ahorcando
απλός αόριστος
ahorcó
παθητική μετοχή
ahorcado
Παραδείγματα
Las autoridades solían ahorcar a los criminales como escarmiento.
Οι αρχές συνήθιζαν να κρεμάνε εγκληματίες ως προειδοποίηση.
02
απαγχονίζομαι
quitarse la vida suspendiéndose de una soga atada al cuello
Παραδείγματα
El motivo por el que se ahorcó sigue siendo un misterio.
Ο λόγος για τον οποίο κρεμάστηκε παραμένει μυστήριο.



























