agraciado
ag
agh
rac
ˈɾaθ
rath
ia
ja
ya
do
do
do
apropiadointestadoestampadoexaltado

Ορισμός και σημασία του "agraciado"στα ισπανικά

01

χαριτωμένος, κομψός

que tiene una belleza, elegancia o favor natural 
agraciado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agraciado
συγκριτικός βαθμός
más agraciado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agraciado
αρσενικό πληθυντικό
agraciados
θηλυκό ενικό
agraciada
θηλυκό πληθυντικό
agraciadas
Παραδείγματα
La bailarina tenía unos movimientos muy agraciados. 
01

νικητής, τυχερός νικητής

una persona que ha tenido la suerte de ganar un sorteo, un premio o una rifa 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agraciados
Παραδείγματα
El agraciado con el primer premio gritó de alegría. 

Ο τυχερός νικητής του πρώτου βραβείου φώναξε από χαρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store