Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agraciado
01
χαριτωμένος, κομψός
que tiene una belleza, elegancia o favor natural
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agraciado
συγκριτικός βαθμός
más agraciado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agraciado
αρσενικό πληθυντικό
agraciados
θηλυκό ενικό
agraciada
θηλυκό πληθυντικό
agraciadas
Παραδείγματα
El novio es un joven muy agraciado y simpático.
Agraciado
[gender: masculine]
01
νικητής, τυχερός νικητής
una persona que ha tenido la suerte de ganar un sorteo, un premio o una rifa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agraciados
Παραδείγματα
El agraciado no podía creer su buena suerte.
Ο τυχερός νικητής δεν μπορούσε να πιστέψει την καλή του τύχη.



























