agnóstico
agnóstico

Ορισμός και σημασία του "agnóstico"στα ισπανικά

agnóstico
01

αγνωστικιστικός

que sostiene que la existencia de Dios o lo divino es desconocida o incognoscible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agnóstico
αρσενικό πληθυντικό
agnósticos
θηλυκό ενικό
agnóstica
θηλυκό πληθυντικό
agnósticas
Παραδείγματα
Se considera agnóstico en temas religiosos. 

Θεωρεί τον εαυτό του αγνωστικιστή σε θρησκευτικά θέματα.

01

αγνωστικιστής

persona que sostiene que la existencia de Dios o lo divino es desconocida o incognoscible 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agnósticos
Παραδείγματα
El agnóstico no afirma ni niega la existencia de Dios. 

Ο αγνωστικιστής δεν επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την ύπαρξη του Θεού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store