Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agnóstico
01
αγνωστικιστικός
que sostiene que la existencia de Dios o lo divino es desconocida o incognoscible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agnóstico
αρσενικό πληθυντικό
agnósticos
θηλυκό ενικό
agnóstica
θηλυκό πληθυντικό
agnósticas
Παραδείγματα
Muchos científicos se describen como agnósticos.
Πολλοί επιστήμονες περιγράφουν τους εαυτούς τους ως αγνωστικιστές.
Agnóstico
01
αγνωστικιστής
persona que sostiene que la existencia de Dios o lo divino es desconocida o incognoscible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agnósticos
Παραδείγματα
El agnóstico participó en el debate filosófico.
Ο αγνωστικιστής συμμετείχε στη φιλοσοφική συζήτηση.



























