Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Afán
[gender: masculine]
01
προσπάθεια
esfuerzo constante y decidido para lograr o alcanzar algo
Παραδείγματα
Su afán lo llevó al éxito.
Ο ζήλος του τον οδήγησε στην επιτυχία.
02
ζήλος
deseo intenso o esfuerzo persistente por lograr algo
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El afán de mejorar lo impulsa cada día.
Η προθυμία για βελτίωση τον ωθεί κάθε μέρα.



























