afán
afán

Ορισμός και σημασία του "afán"στα ισπανικά

01

προσπάθεια

esfuerzo constante y decidido para lograr o alcanzar algo 
afán definition and meaning
Παραδείγματα
Logró su meta gracias a su afán constante. 

Πέτυχε τον στόχο του χάρη στη συνεχή προσπάθειά του.

02

ζήλος

deseo intenso o esfuerzo persistente por lograr algo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
afanes
Παραδείγματα
Tiene un gran afán por aprender idiomas. 

Έχει μεγάλο ζήλο για εκμάθηση γλωσσών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store