afrontar

Ορισμός και σημασία του "afrontar"στα ισπανικά

afrontar
01

αντιμετωπίζω,αντέχω, رو‌به‌رو شدن

hacer frente a una situación difícil o problemática
afrontar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afronto
γ΄ ενικό πρόσωπο
afronta
ενεστώτα μετοχή
afrontando
απλός αόριστος
afrontó
παθητική μετοχή
afrontado
Παραδείγματα
El equipo afrontó el partido con confianza.
Η ομάδα αντιμετώπισε τον αγώνα με αυτοπεποίθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store