Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afrontar
01
αντιμετωπίζω,αντέχω, روبهرو شدن
hacer frente a una situación difícil o problemática
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afronto
γ΄ ενικό πρόσωπο
afronta
ενεστώτα μετοχή
afrontando
απλός αόριστος
afrontó
παθητική μετοχή
afrontado
Παραδείγματα
Tuvo que afrontar el problema sin ayuda.
Έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα χωρίς βοήθεια.



























