Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adversidad
01
δυσκολία
situación difícil o desfavorable que genera sufrimiento o retos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Superó la adversidad con esfuerzo y perseverancia.
Υπερνίκησε την δυσκολία με προσπάθεια και επιμονή.
02
αναποδιά, εμπόδιο
retroceso o inconveniente que impide avanzar o progresar
Παραδείγματα
Sufrieron una adversidad en la negociación comercial.
Βίωσαν μια δυσκολία στις εμπορικές διαπραγματεύσεις.



























