Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adepto
01
οπαδός, ακόλουθος
persona que sigue una doctrina, ideología o líder con convicción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adeptos
αρσενικό ενικό
adepto
θηλυκό ενικό
adepta
neutral form
persona
Παραδείγματα
Es un adepto de la filosofía estoica.
Είναι οπαδός της στωικής φιλοσοφίας.



























