Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adepto
01
οπαδός, ακόλουθος
persona que sigue una doctrina, ideología o líder con convicción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adeptos
Παραδείγματα
El adepto defendía firmemente sus creencias.
Ο οπαδός υπερασπιζόταν σθεναρά τις πεποιθήσεις του.



























