acústica
a
a
α
cús
ˈkus
κουσ
ti
ti
τι
ca
ka
κα

Ορισμός και σημασία του "acústica"στα ισπανικά

01

ακουστική, ακουστική

estudio científico de los sonidos y su propagación 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Estudia acústica en la universidad. 

Σπουδάζει ακουστική στο πανεπιστήμιο.

02

ακουστική, ποιότητα ήχου

características de un sonido que afectan cómo se percibe 
Παραδείγματα
La acústica del teatro es excelente. 

Η ακουστική του θεάτρου είναι εξαιρετική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store