Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acostado
01
ξαπλωμένος
que está en posición horizontal, apoyado sobre la espalda, el costado o el estómago
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más acostado
συγκριτικός βαθμός
más acostado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acostado
αρσενικό πληθυντικό
acostados
θηλυκό ενικό
acostada
θηλυκό πληθυντικό
acostadas
Παραδείγματα
Juan está acostado en el sofá leyendo un libro.
Ο Χουάν είναι ξαπλωμένος στον καναπέ διαβάζοντας ένα βιβλίο.
02
ξαπλωμένος
que está en la cama durmiendo o descansando
Παραδείγματα
Mi hermano está acostado desde las nueve de la noche.
Ο αδερφός μου είναι ξαπλωμένος από τις εννιά το βράδυ.



























