Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acercar
01
πλησιάζω
moverse o ir hacia un lugar o persona para reducir la distancia
Παραδείγματα
Se acercó a la ventana para mirar afuera.
Πλησίασε στο παράθυρο για να κοιτάξει έξω.
02
πλησιάζω
hacer que algo o alguien esté más cerca en distancia o relación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acercó
γ΄ ενικό πρόσωπο
acerca
ενεστώτα μετοχή
acercando
απλός αόριστος
acercó
παθητική μετοχή
acercado
Παραδείγματα
Acercó la silla a la mesa.
Acercó έφερε την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι.
03
μεταφέρω, πηγαίνω
llevar a alguien en vehículo hasta un lugar cercano o determinado
Παραδείγματα
¿Puedes acercarme al centro?
Μπορείς να με πάς στο κέντρο της πόλης;



























