Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acaparar
01
συσσωρεύω, μονοπωλώ
acumular bienes o recursos de forma excesiva, a menudo impidiendo su acceso a otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acaparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acapara
ενεστώτα μετοχή
acaparando
απλός αόριστος
acaparó
παθητική μετοχή
acaparado
Παραδείγματα
Algunos intentaron acaparar productos básicos durante la crisis.
Μερικοί προσπάθησαν να συσσωρεύσουν βασικά αγαθά κατά τη διάρκεια της κρίσης.
02
μονοπωλώ, καταλαμβάνω
controlar o dominar en exclusiva un recurso, mercado o actividad
Παραδείγματα
La empresa intenta acaparar el mercado tecnológico.
Η εταιρεία προσπαθεί να μονοπωλήσει την αγορά τεχνολογίας.
03
μονοπωλώ, συσσωρεύω
tomar o retener la mayor parte de algo, dejando poco o nada a los demás
Παραδείγματα
Acaparó todas las sillas del salón.
Κατέλαβε όλες τις καρέκλες στην αίθουσα.



























