Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acampar
01
κατασκηνώνω
pasar tiempo al aire libre durmiendo en tiendas de campaña u otros refugios temporales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acampo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acampa
ενεστώτα μετοχή
acampando
απλός αόριστος
acampó
παθητική μετοχή
acampado
Παραδείγματα
Los niños aprendieron a acampar con seguridad.
Τα παιδιά έμαθαν να κατασκηνώνουν με ασφάλεια.



























