acallar
acallar

Ορισμός και σημασία του "acallar"στα ισπανικά

acallar
01

σιωπώ

hacer que algo o alguien deje de hablar o se quede en silencio 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acalla
ενεστώτα μετοχή
acallando
απλός αόριστος
acalló
παθητική μετοχή
acallado
Παραδείγματα
La policía acalló a la multitud. 

Η αστυνομία έκανε το πλήθος να σιωπήσει χρησιμοποιώντας acallar.

02

σιωπώ, καταπνίγω

hacer que algo como rumores, críticas o protestas deje de expresarse o difundirse 
Παραδείγματα
Intentaron acallar las protestas. 

Προσπάθησαν να φιμώσουν τις διαμαρτυρίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store