Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acallar
01
σιωπώ
hacer que algo o alguien deje de hablar o se quede en silencio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acalla
ενεστώτα μετοχή
acallando
απλός αόριστος
acalló
παθητική μετοχή
acallado
Παραδείγματα
La música acalló la conversación.
Η μουσική έκανε σιωπηλή τη συζήτηση.
02
σιωπώ, καταπνίγω
hacer que algo como rumores, críticas o protestas deje de expresarse o difundirse
Παραδείγματα
Es difícil acallar la opinión pública.
Είναι δύσκολο να σιγήσει την κοινή γνώμη.



























