Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abocetar
01
hacer el boceto inicial de una obra o diseño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
El artista abocetó el rostro con carboncillo.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer el boceto inicial de una obra o diseño