Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abocar
01
conducir a alguien o algo hacia un resultado inevitable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
La crisis abocó al país a una grave recesión.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conducir a alguien o algo hacia un resultado inevitable