abnegado
ab
ab
ne
ne
ne
ga
ˈɣa
gha
do
ðo
dho
abrigado

Ορισμός και σημασία του "abnegado"στα ισπανικά

01

αυταπαρνημένος, αφοσιωμένος

que se dedica con entrega y sacrificio a los demás o a una causa 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abnegado
συγκριτικός βαθμός
más abnegado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abnegado
αρσενικό πληθυντικό
abnegados
θηλυκό ενικό
abnegada
θηλυκό πληθυντικό
abnegadas
Παραδείγματα
Es un maestro abnegado que siempre apoya a sus estudiantes. 

Είναι ένας αυταπαρνημένος δάσκαλος που υποστηρίζει πάντα τους μαθητές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store