Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abnegado
01
αυταπαρνημένος, αφοσιωμένος
que se dedica con entrega y sacrificio a los demás o a una causa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abnegado
συγκριτικός βαθμός
más abnegado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abnegado
αρσενικό πληθυντικό
abnegados
θηλυκό ενικό
abnegada
θηλυκό πληθυντικό
abnegadas
Παραδείγματα
Es un maestro abnegado que siempre apoya a sus estudiantes.
Είναι ένας αυταπαρνημένος δάσκαλος που υποστηρίζει πάντα τους μαθητές του.



























