Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abnegado
01
αυταπαρνημένος, αφοσιωμένος
que se dedica con entrega y sacrificio a los demás o a una causa
Παραδείγματα
Es abnegado en su dedicación al arte.
Αυταπαρνημένος στην αφοσίωσή του στην τέχνη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αυταπαρνημένος, αφοσιωμένος