la bocacalle
bo
bo
bo
ca
ka
ka
ca
ˈka
ka
lle
ʎe
lie
detallevallecalle

Ορισμός και σημασία του "bocacalle"στα ισπανικά

01

είσοδος δρόμου, αρχή δρόμου

entrada o inicio de una calle donde conecta con otra vía 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bocacalles
Παραδείγματα
El coche se detuvo en la bocacalle. 

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο bocacalle.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bocacalle

boca

+

calle

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store