Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hall
01
διάδρομος, αίθουσα
un pasillo o espacio de entrada en una casa o edificio que conecta diferentes habitaciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
halls
Παραδείγματα
El hall de entrada tiene un espejo grande y un perchero.
Το χώρο υποδοχής έχει έναν μεγάλο καθρέφτη και ένα κρεμάστρα.



























