el hall
Pronunciation
/ˈaʎ/

Ορισμός και σημασία του "hall"στα ισπανικά

01

διάδρομος, αίθουσα

un pasillo o espacio de entrada en una casa o edificio que conecta diferentes habitaciones
el hall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
halls
Παραδείγματα
El hall principal del edificio es muy espacioso y luminoso.
Το κύριο χωλ του κτιρίου είναι πολύ ευρύχωρο και φωτεινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store