el boutique
bou
bu
boo
tique
tik
tik
tabiqueapliquemeñiqueMozambique

Ορισμός και σημασία του "boutique"στα ισπανικά

01

μπουτίκ

tienda pequeña que vende ropa, accesorios u otros productos exclusivos y de moda 
el boutique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boutiques
Παραδείγματα
Compré un vestido en la boutique del centro comercial. 

Αγόρασα ένα φόρεμα στο μπουτίκ του εμπορικού κέντρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store