el boutique
Pronunciation
/bowtˈike/

Ορισμός και σημασία του "boutique"στα ισπανικά

El boutique
[gender: masculine]
01

μπουτίκ

tienda pequeña que vende ropa, accesorios u otros productos exclusivos y de moda
el boutique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boutiques
Παραδείγματα
La boutique está decorada con un estilo moderno y elegante.
Το μπουτίκ είναι διακοσμημένο με ένα μοντέρνο και κομψό στυλ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store