el dopaje
Pronunciation
/dopˈaxe/

Ορισμός και σημασία του "dopaje"στα ισπανικά

01

ντόπινγκ

uso de sustancias o métodos prohibidos para mejorar el rendimiento deportivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se realizan controles para detectar el dopaje.
Διεξάγονται έλεγχοι για τον εντοπισμό ντόπινγκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store