Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asesinar
[past form: asesiné][present form: asesino]
01
δολοφονώ, σκοτώνω σκόπιμα
matar a alguien de manera intencional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asesino
γ΄ ενικό πρόσωπο
asesina
ενεστώτα μετοχή
asesinando
απλός αόριστος
asesiné
παθητική μετοχή
asesinado
Παραδείγματα
La policía logró detener al hombre antes de que asesinara otra vez.
Η αστυνομία κατάφερε να σταματήσει τον άνδρα πριν δολοφονήσει ξανά.



























