Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ganacia
01
κέρδος
beneficio económico obtenido de una actividad o inversión
Παραδείγματα
La ganancia neta fue menor de lo esperado.
Το καθαρό κέρδος ήταν χαμηλότερο από το αναμενόμενο.
02
κέρδος
resultado positivo o logro obtenido tras un esfuerzo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ganacias
Παραδείγματα
Aprender otro idioma es una gran ganancia personal.
Η εκμάθηση μιας άλλης γλώσσας είναι ένα μεγάλο προσωπικό κέρδος.



























