Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ganacia
01
κέρδος
beneficio económico obtenido de una actividad o inversión
Παραδείγματα
La empresa aumentó su ganancia este trimestre.
Η εταιρεία αύξησε το κέρδος της αυτό το τρίμηνο.
02
κέρδος
resultado positivo o logro obtenido tras un esfuerzo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ganacias
Παραδείγματα
Cada pequeño avance es una ganancia importante.



























