la sortija
sor
soɾ
σορ
ti
ˈti
τι
ja
xa
χα
clavijatorrijavalijahija

Ορισμός και σημασία του "sortija"στα ισπανικά

01

δαχτυλίδι, βέρα

anillo que se lleva como adorno en el dedo 
la sortija definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sortijas
Παραδείγματα
Ella recibió una sortija de compromiso. 

Έλαβε ένα δαχτυλίδι αρραβώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store