Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prestar
[past form: presté][present form: presto]
01
δανείζω
dar algo a alguien temporalmente esperando que lo devuelva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
presto
γ΄ ενικό πρόσωπο
presta
ενεστώτα μετοχή
prestando
απλός αόριστος
presté
παθητική μετοχή
prestado
Παραδείγματα
La biblioteca presta libros a los estudiantes.
Η βιβλιοθήκη δανείζει βιβλία στους φοιτητές.
Λεξικό Δέντρο
prestar
star



























