aclarar
ac
ak
ak
la
la
la
rar
ˈɾaɾ
rar
aclamar

Ορισμός και σημασία του "aclarar"στα ισπανικά

aclarar
01

διασαφηνίζω

hacer algo más comprensible o eliminar dudas sobre un tema 
aclarar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aclaro
γ΄ ενικό πρόσωπο
aclara
ενεστώτα μετοχή
aclarando
απλός αόριστος
aclaré
παθητική μετοχή
aclarado
Παραδείγματα
El profesor aclaró la duda de la estudiante. 

Ο δάσκαλος διευκρίνισε την αμφιβολία της μαθήτριας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store