aclarar
Pronunciation
/ˌaklaɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aclarar"στα ισπανικά

aclarar
01

διασαφηνίζω

hacer algo más comprensible o eliminar dudas sobre un tema
aclarar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aclaro
γ΄ ενικό πρόσωπο
aclara
ενεστώτα μετοχή
aclarando
απλός αόριστος
aclaré
παθητική μετοχή
aclarado
Παραδείγματα
La conversación aclaró los malentendidos.
Η συζήτηση διευκρίνισε τις παρεξηγήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store