Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aclarar
01
διασαφηνίζω
hacer algo más comprensible o eliminar dudas sobre un tema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aclaro
γ΄ ενικό πρόσωπο
aclara
ενεστώτα μετοχή
aclarando
απλός αόριστος
aclaré
παθητική μετοχή
aclarado
Παραδείγματα
La conversación aclaró los malentendidos.
Η συζήτηση διευκρίνισε τις παρεξηγήσεις.



























