Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bondadoso
01
ευγενικός, καλοσυνάτος
que muestra bondad, amabilidad y buena disposición hacia los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas bondadoso
συγκριτικός βαθμός
mas bondadoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bondadoso
αρσενικό πληθυντικό
bondadosos
θηλυκό ενικό
bondadosa
θηλυκό πληθυντικό
bondadosas
Παραδείγματα
Su madre era muy bondadosa y querida por todo el pueblo.
Είναι ένα πολύ καλόκαρδο άτομο.



























