la llanura
Pronunciation
/ʎanˈuɾa/

Ορισμός και σημασία του "llanura"στα ισπανικά

La llanura
[gender: feminine]
01

πεδιάδα, επίπεδη έκταση

extensión de terreno plano, generalmente sin montañas
la llanura definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
llanuras
Παραδείγματα
Los vientos soplan fuerte en la llanura.
Οι άνεμοι φυσούν δυνατά στην πεδιάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store